Menu
A+ A A-

Προ-αναλυτικοί παράγοντες

Οι προ-αναλυτικοί παράγοντες σχετίζονται με την μη αλλοίωση της δομής και της συγκέντρωσης του υπό προσδιορισμό ένωσης ή στοιχείου στο δείγμα, προηγούνται της εργαστηριακής ανάλυσης και αφορούν:

  • την προετοιμασία πριν τη δειγματοληψία,
  • τη δειγματοληψία,
  • τη συλλογή, μεταφορά και φύλαξη του δείγματος,
  • την αραίωση του δείγματος,
  • τη φυγοκέντρηση (καθυστέρηση φυγοκέντρησης, λάθος στροφές ή χρόνος), κα.

Όταν αναφερόμαστε στα διαγνωστικά εργαστήρια, κατά τη συλλογή του δείγματος μπορούν να συμβούν σφάλματα που αφορούν τον ασθενή, όπως π.χ. η θέση του σώματος, η παρατεταμένη κατάκλιση, η λήψη τροφής, ή στο τρόπο του δείγματος, όπως π.χ. η λήψη φλεβικού, αρτηριακού ή τριχοειδικού αίματος, η παρατεταμένη πρόσμιξη ενδοφλεβίως χορηγούμενων υγρών, η αιμόλυση, αντιπηκτικά – συντηρητικά, κα.

Για τα διαγνωστικά εργαστήρια, στους προ-αναλυτικούς παράγοντες περιλαμβάνονται οι:

Βιολογικοί παράγοντες (βιολογική μεταβλητότητα εξεταζόμενων ατόμων)-ελεγχόμενοι, όπως:

  • η στάση του σώματος και η μακροχρόνια ακινητοποίηση,
  • η σωματική άσκηση (π.χ. οι γυμναστές έχουν υψηλότερα ποσοστό CK-MB),
  • ο επαγγελματικός αθλητισμός,
  • ο κιρκαδικός ρυθμός [ημερονύκτια διακύμανση], (π.χ. η συγκέντρωση του καλίου είναι χαμηλότερη τις απογευματινές ώρες απ' ότι τις πρωινές),
  • η λήψη τροφής,
  • η λήψη καφέ (π.χ. ↓ Chol, ↑↑ Tg ↑↑ Gastr, κ.α.)
  • η κατανάλωση αλκοόλ (π.χ. αύξηση της δραστικότητας των ενζύμων του ήπατος π.χ. της γ-GT και των τρανσαμινασών [AST, ALT], ενώ σε περιπτώσεις χρόνιου αλκοολισμού παρατηρείται αύξηση των τριγλυκεριδίων του αίματος που οφείλεται στη μειωμένη αποδόμησή τους),
  • η λήψη φαρμάκων,
  • η χρήση ναρκωτικών (π.χ. ↑ Prot)
  • το κάπνισμα (π.χ. αυξάνει τη συγκέντρωση των λιπαρών οξέων στον ορό ή πλάσμα, την επινεφρίνη, την ελέυθερη γλυκερόλη, την αλδοστερόνη και την κορτιζόλη),
  • το άγχος (π.χ. ↓ HDL),
  • ο πυρετός, κ.α.

Μη ελεγχόμενοι βιολογικοί παράγοντες, όπως:

  • το φύλο (η CK και η κρεατινίνη είναι πιο αυξημένη στους άνδρες απ' ότι στις γυναίκες),
  • η ηλικία (η συγκέντρωση στους ενήλικες είναι 30 – 125 U/L ενώ στα παιδιά είναι 90 – 300 U/L),
  • η φυλή (η βιταμίνη Β12 είναι 1,35 φορές υψηλότερη στους μαύρους απ' ότι στους λευκούς ανθρώπους),
  • η κληρονομικότητα (γενετική προδιάθεση),
  • οι εποχιακές διακυμάνσεις (π.χ. το Τ3 είναι 20% χαμηλότερο το καλοκαίρι απ' ότι το χειμώνα),
  • η έμμηνος ρύση (π.χ. η συγκέντρωση της αλδοστεόνης στο αίμα είναι διπλάσια πριν την ωορηξία απ' ότι στην ωχρινική φάση.,
  • η κύηση (π.χ. ↑↑ ALP, ↓ Ca2+, ↓↓ Fe),
  • η διατροφή (π.χ. ένα γεύμα πλούσιο σε πρωτεϊνες και νουκλεοτίδια έχει σαν συνέπεια την αύξηση της ουρίας και του ουρικού οξέος, ενώ ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά οδηγεί στην αύξηση της συγκέντρωσης των τριγλυκεριδίων στον ορό του αίματος),
  • η παχυσαρκία,
  • ο καρκίνος,
  • ο πυρετός (π.χ. ↓ Τ3, ↓ TSH,
  • το υψόμετρο (π.χ. αύξηση του αιματοκρίτη και της αιμοσφαιρίνης – έως 8% σε υψόμετρο 1.400 m από την επιφάνεια της θάλασσας), κ.α.

Ορισμένοι προ-αναλυτικοί παράγοντες που επηρεάζουν τα αποτελέσματα είναι εκείνοι που σχετίζονται με ιατρικές παρεμβάσεις, δηλαδή με άτομα που έχουν υποβληθεί σε κάποια θεραπευτική ή διαγνωστική αγωγή, π.χ.:

  • Μετάγγιση,
  • Βιοψία,
  • Εγχείριση,
  • Ακτινοβολία,
  • Τεχνητός νεφρός,
  • Χημειοθεραπεία,
  • Ενδοσκόπηση,
  • Δυναμική δοκιμασία (π.χ. καμπύλη ανοχής γλυκόζης),
  • Σπινθηρογράφημα, κα.

επιστροφή στην κορυφή

ELQA Programs        Phone: 2410 684 448        Mobile: 697 639 1477        FAX: 2410 684 650        E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.